Πέμπτη, 9 Απριλίου 2015

Στη δίκη του Χριστού διαχρονικά αποτυπώνεται η σκληρότητα της εξουσίας στον αδύναμο

 από τον πολιτικό μηχανικό Θεόδωρο Κ. Παπαϊωάννου
Δύο ήταν  τα κατηγορητήρια της «δίκης», που διεξήχθη αρχικά στο Συνέδριο των Αρχιερέων και μετά στο Πραιτόριο των Ρωμαίων χωρίς αποδεικτικά στοιχεία, πρακτικά και συνηγόρους…. Το πρώτο ήταν το θρησκευτικό έγκλημα της βλασφημίας  «ότι εαυτόν Θεού υιόν εποίησε» [Κατά Ιωάνν., ιθ, 7] που αφορά τον Καϊάφα .Το δεύτερον το πολιτικό έγκλημα της «αντιποίησης» της βασιλικής ιδιότητας που αφορά τον Πιλάτο.
Στην πρώτη κατηγορία, στην ερώτηση «…Συ ει ο Χριστός ο υιός του Θεού;» απαντά καταφατικά «Εγώ ειμί» (Κατά Μάρκον, ιδ, 62). Σε δύο όμως Ευαγγέλια αρνείται: «Υμείς λέγετε ότι εγώ ειμί»  (Λουκάς, κβ, 63) ή «Συ είπας» (Ματθαίος, κστ, 64).
Στην δεύτερη κατηγορία, που αφορά τους Ρωμαίους, στην ερώτηση  «Συ εί ο βασιλεύς των Ιουδαίων;» απαντά – σύμφωνα με τρεις ευαγγελιστές- «Συ λέγεις» [Κατά Ματθαίον (κζ, 11), Κατά Μάρκον (ιε,2) και Κατά Λουκάν (κγ, 3)], που σημαίνει «Εσύ λέγεις ότι είμαι ο βασιλεύς των Ιουδαίων». Και τα δύο «εγκλήματα» επισύρουν την ποινή θανάτου.
Το θρησκευτικό – σύμφωνα με τον Ιουδαϊκό Νόμο- προβλέπει θάνατο με λιθοβολισμό [πρβλ. «Ημείς νόμον έχομεν και κατά τον νόμον ημών οφείλει αποθανείν» (Κατά Ιωάνν., ιθ, 7)].   Το πολιτικό – σύμφωνα με το Ρωμαϊκό Δίκαιο- προβλέπει σταύρωση.
Οι αρχιερείς, αδυνατώντας να τεκμηριώσουν το κατηγορητήριο και να κατανοήσουν  τις αλληγορίες του Ιησού, (π.χ. το «καταλύσαι τον Ναόν και δια τριών ημερών… άλλον οικοδομήσω») επέλεξαν την εύκολη «πολιτική δίκη» και τον παρέπεμψαν στον Πιλάτο  τον… δήθεν «Βασιλέα των  Ιουδαίων» - κατηγορία που αρνήθηκε ο Ιησούς.
«Ουκ έχομεν βασιλέα ει μην Καίσαρα»- του λένε  και … «εάν τούτον απολύσης, ουκ ει φίλος του Καίσαρος».
« Πας ο βασιλέα εαυτόν ποιών αντιλέγει τω Καίσαρι» [Κατά Ιωάννην, ιθ, 12,15] (…Καθένας που κάνει τον εαυτό του βασιλέα, «αντιτίθεται και επαναστατεί» κατά του Καίσαρα)
 Τον χαρακτήρισαν δηλαδή  με την συνδρομή του υποκινούμενου όχλου ως εξεγερμένο επαναστάτη στην αδιασάλευτη Pax Romana.
Μονοκράτορας και αυτοκράτορας τότε ήταν ο «ικανός» Τιβέριος (Τιβέριος Καίσαρ Αύγουστος, 14-37 μ.Χ.), που είχε διαδεχθεί τον «θεοποιημένο» Αύγουστο (Καίσαρα Αύγουστο, 27 π.Χ. – 14μ.Χ.)
Ο Πόντιος Πιλάτος – πιθανώς από την τάξη των ιππέων- έπαρχος της Ιουδαίας (26-36 μ.Χ.) είναι ο «δικαστής» με τον αδύναμο, αμφιταλαντευόμενο , ιδιοτελή και καιροσκοπικό χαρακτήρα, ή ο έπαρχος με τον «πρακτικό νου», που τον ενδιαφέρει η ειρήνη στην περιοχή και κυρίως η είσπραξη των φόρων.
Σύμφωνα με τις διηγήσεις των Ευαγγελίων η στάση του Πιλάτου απέναντι στο Χριστό παίχθηκε στις εξής φάσεις:
1η  Ο Πιλάτος ρωτάει  τους Φαρισαίους «τίνα κατηγορίαν φέρετε κατά του ανθρώπου τούτου;» (Ιωαν. ιη’, 29-30), για να πάρει την απάντηση «ει μη ήν ούτος κακοποιός, ουκ αν σοι παρεδώκαμεν αυτόν». (Ιωάν. ιη’, 30). Η ανταπάντηση του Πιλάτου ήταν «λάβετε αυτόν υμείς και κατά τον νόμον υμών κρίνατε αυτόν» (Ιωάν. ιη’, 32). Έτσι διαμορφώνονται το κατηγορητήριο: ότι υποκίνησε επανάσταση του λαού και η δεύτερη ότι ισχυριζόταν ότι είναι επίγειος βασιλεύς.
2η  Ο Πιλάτος ρωτάει ειρωνικά το Χριστό αν είναι βασιλεύς των Ιουδαίων. Ο Ιησούς απαντά «η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου». (Ιωάν. ιη’ 36) και «εις τούτο ελήλυθα εις τον κόσμον, ίνα μαρτυρήσω τη αληθεία» (Ιωάν. ιη’ 37). Στη συνέχεια ο Πιλάτος είπε στον όχλο  «εγώ ουδεμίαν αιτίαν ευρίσκω εν αυτώ» (Ιωάν. ιη’ 39).
3η  Ο Πιλάτος για να αθωώσει τον Ιησού εκμεταλλεύεται τη συνήθεια απονομής χάριτος σε Εβραίο κατάδικο κατά τη γιορτή του εβραϊκού Πάσχα και στις φυλακές υπήρχε ο κατάδικος εγκληματίας Βαραββάς  «Τινα θέλετε απολύσω υμίν; Βαραββάν ή Ιησούν τον λεγόμενον Χριστόν;» (Ματθ. κζ’, 18). ρώτησε ο Πιλάτος ,τους  συγκεντρωμένους  Εβραίους και ο λαός ζητεί την απόλυση του Βαραββά.
 Στο ερώτημα «τι ουν ποιήσω Ιησούν τον λεγόμενον Χριστόν;» (Ματθ. κζ’, 22) η απάντηση ήταν «σταυρωθήτω» (Ματθ. κζ’, 24).
4η  Ο Πιλάτος, βλέποντας ότι  γίνεται μόνο θόρυβος έπλυνε τα χέρια του και είπε στον όχλο «αθώος ειμί από του αίματος του δικαίου τούτου· υμείς όψεσθε» (Ματθ. κζ’, 25), που του απάντησε   «το αίμα αυτού εφ’ ημάς και επί τα τέκνα ημών» (Ματθ. κζ’, 26).
5η  Μετά ο Πιλάτος απέλυσε τον Βαραββά, «τον δε Ιησού φραγγελώσας παρέδωκεν ίνα σταυρωθή» (Ματθ. κζ’, 26).  Αν και είχε την απόλυτη εξουσία, από δειλία  κάμφθηκε στον θορύβο του όχλου και «παρέδωκεν αυτόν ίνα σταυρωθή» (Ματθ. κζ’, 26).
Με τους αρχιερείς θα τα έβαζε, που «κρατούν» με τη θρησκεία το λαό σε υποταγή; Αν επιχειρούσε κανείς να ιχνηλατήσει κάποια σταθερά που διατρέχει ολόκληρη τη χρονική απόσταση των δύο χιλιετιών που μας χωρίζουν από τη «δίκη» του Ιησού, θα διαπίστωνε τότε ότι οι σκηνές του δράματος στο Πραιτόριο επαναλαμβάνονται, απαράλλακτες στην υφή τους, σε καθεμιά στιγμή της μακραίωνης αυτής περιόδου της ανθρώπινης Ιστορίας. Διαχρονικά σταθερά παραμένουν πάντοτε τα δομικά στοιχεία του σκηνικού: το μεμονωμένο άτομο, ο «υπήκοος» αντιμέτωπος με την εκδικητικότητας της Εξουσίας, επειδή τόλμησε να αμφισβητήσει, με το λόγο ή με την πράξη, την «καθεστηκυία τάξη». Αμφισβήτηση που, σύμφωνα με την  λογική ης Εξουσίας, οποιαδήποτε μορφή και να έχει αυτή, συνιστά ένα κολάσιμο «καθεστωτικό έγκλημα».
Δύο χιλιάδες χρόνια έχουν περάσει από τη δίκη του Ιησού και το ρωμαϊκό ποινικό δίκαιο, κώδικας αδήριτος εξακολουθεί να συντηρεί την κρατική σκοπιμότητα, την εκδικητικότητα της Εξουσίας. Είναι εκείνοι οι κανόνες που διδάσκουν ότι η αντίσταση κατά του καθεστώτος αποτελεί εσχάτη προδοσία . Ένα έγκλημα που δεν το σβήνει ούτε η εσχάτη των ποινών (crimen quod morte non intercidit), αλλά ακολουθεί ως ανάθεμα τη μνήμη του καταδικασμένου ακόμη και σ΄ αυτά τα μέλαθρα του Αχέροντα.
Η «δίκη» του Ιησού και, κυρίως, το φιλανθρωπικό μήνυμα του Ευαγγελίου δεν άγγιξαν, όπως αποδείχθηκε από τις δύο χιλιετίες που κύλησαν στο μεταξύ, ποτέ τους την Εξουσία.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου