Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Ερήμωση τόπου και ανθρώπων


Η κατάρρευση του πολιτικού συστήματος λόγω του μαύρου χρήματος

Της Τιτικας Δημητρουλια "KAΘΗΜΕΡINH" 27.5.2012

ΝΤΙΝΟΣ ΣΙΩΤΗΣ εκδ. Μεταίχμιο

Μαύρο χρήμα
«Κανένας στίχος δεν ανατρέπει καθεστώτα/ είχα γράψει πριν από χρόνια/ κι ώς σήμερα μου το καταλογίζουν. / Ομως οι στίχοι κάνουν τη δική τους δουλειά/ δείχνουν τα καθεστώτα, τα κατονομάζουν/ ακόμα κι όταν πάνε να εξωραϊστούν/ ν’ ανακαινίσουν λίγο τη βιτρίνα/ ν’ αλλάξουν επωνυμία και ταμπέλα...».  

Τιτος Πατρικιος, «Οι στίχοι, 3»

Είναι αμφίβολο αν οι ποιητές μπορούν –μόνοι τουλάχιστον– να σταματήσουν την παρακμή, την απαξίωση, τον τρόμο. Μπορούν όμως να προσπαθούν. Κι ο Ντίνος Σιώτης, μια από τις διακριτές φωνές της γενιάς του ’70, με τα περιοδικά και τις ομάδες που δημιουργεί, αλλά και με την ποίησή του, σ’ αυτό στρατεύεται. Η ποίησή του υπήρξε πολιτική ακόμα και στις πρόσφατες εκείνες εποχές που το πολιτικό στοιχείο λογιζόταν ως καταναγκασμός κι απλούστευση και εξοβελιζόταν στο πυρ το εξώτερον. Ακτιβιστής, σαρκαστής και αυτοσαρκαζόμενος, ο Σιώτης γράφει στην τελευταία του συλλογή για την κατάρρευση του πολιτικού συστήματος της Μεταπολίτευσης λόγω του μαύρου χρήματος. Αποτυπώνει την αποσάθρωση, την ερήμωση του τόπου και των ανθρώπων, με στίχο ασθμαίνοντα, που παριστάνει ότι υποτάσσεται σε στροφές και στην πραγματικότητα ξεχύνεται ελεύθερος, με λέξεις που κόβονται για να κρατηθεί τάχα μια ισομετρία την οποία με το ενωτικό τους λοιδορούν, κι η στίξη αδυνατεί να τις τιθασεύσει κι ο αναγνώστης αφήνεται να οικοδομήσει μόνος του το νόημα. Οι ίδιοι οι τίτλοι των ποιημάτων συνθέτουν ένα άλλο ποίημα:
Επεισόδιο στο κέντρο/ Ενα βράδυ/ Νέα τάξη/ Χωρίς ξημέρωμα/ Μήπως/ Τα ωραιότερα χρόνια/ Δεντροστοιχίες/ Εποχή/ Πόσο κακό/ Στις μέρες μας/ Μαύρο χρήμα/ Νεόπλουτοι/ Θυμήσου/ Ενεστώς/ Κουτσά στραβά/ Απληστία.
Ενα ποίημα για το Κακό που είναι ήδη εδώ, την απληστία σε χρόνο ενεστώτα, το μαύρο χρήμα που κυριαρχεί κι αμφισβητεί τη νέα αυγή. Η Ιστορία ξαναγυρίζει από το παράθυρο, τα ποιήματα γεμίζουν μαυραγορίτες και το αρχαίο δράμα στήνεται ξανά και ξανά, μέσα στον μεγάλο κόσμο που αποκαλύπτει η Βισουάβα Σιμπόρσκα, όπου η «Σεμίραμις» του Αλέξανδρου Μπάρα αράζει στο λιμάνι με υπόκρουση το ουρλιαχτό του Αλαν Γκίνσμπεργκ, ενώ ο Δούρειος Ιππος τρέχει με χίλια άλογα στην Εθνική οδό Απελπισίας.

Το συλλογικό δράμα

Περιηγούμενος το κέντρο της πόλης, στους δρόμους που κλαίνε απαρηγόρητοι «όχι λόγω δακρυγόνων αλλά λόγω κατάντιας του συλλογικού δράματος», ο Σιώτης περνά από το πιο απτό, το τετριμμένο, ώς και το χυδαίο ακόμα, στις ιδέες, που συχνά τιτλοφορούν το ποίημα: ο χρόνος, κύκλος, αλήθεια χαμένη, η εκμηδένιση, φρικωδία, απληστία. Ιδέες που παίρνουν μορφή και γίνονται κι αυτές πρόσωπα, πλάι στους πλεονέκτες, τους άρπαγες, τους μαυραγορίτες.
Απελευθερωτική επίδραση της μπιτ αμεσότητας με την αμφίσημη αύρα της, ανάμεσα στην καταστροφή και την αγιοσύνη. Φλερτ με το ξάφνιασμα και τη ροή του υπερρεαλισμού. Ακτιβιστική διάσταση αμφοτέρων και απόβλεψη σε μια ελευθερία καθολική, κοινωνική και πνευματική, μακριά από ταγματασφαλίτες και λαμόγια υπουργούς, μακριά από φόβο και εφιάλτες. Αυτή η αμεσότητα, που επιτρέπει στον αέρα της ελευθερίας να φουσκώνει, παρά τις ήττες, τα πανιά στα κάμποσα πλοία της συλλογής, υποστηρίζει μαζί την πολιτική και την υπαρξιακή διάσταση του λόγου, σε μια αυτονόητη συναίρεση: λέξεις βουτηγμένες στο πετρέλαιο διεκδικούν νέες καταιγίδες που να χωράνε όλη την οργή και νέα τύμπανα που ν’ αντηχούν δυνατά το παράπονο του ανέστιου, ενώ οι καλές προθέσεις της θλίψης σβήνονται και μακιγιάρεται μια τελευταία φορά η εκμηδένιση. Με την ειρωνεία να κρατά το μέτρο και με ένα χιούμορ πιο μαύρο από το πιο μαύρο χρήμα να προκαλεί λοξά χαμόγελα, ο Σιώτης τελικά μας βεβαιώνει λοιπόν πως: «Η καινούργια ζωή / Προχωρά αφήνοντας πίσω της τα ρετάλια / Τα ρεμάλια και τα ράκη της απάτης».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου