Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Οταν οι αρχαίοι Ελληνες δανείζονταν από τους θεούς


Κατά μία έννοια, η χρεοκοπία της Λίμαν Μπράδερς έχει το προηγούμενό της στις αρχαίες αυτοκρατορίες. Το χρέος είναι μια αφήγηση που πρέπει να ξαναειπωθεί, υπό το πρίσμα της πρόσφατης οικονομικής κρίσης. Αυτόν τον σκοπό έχουν οι έξι συνέχειες της γαλλικής «Le Monde» που παρουσιάζουν από σήμερα «τα ΝΕΑ», με πρώτο σταθμό την αρχαία Αθήνα και την αρχαία Ρώμη

LE MONDE / Της Sylvie Arsever

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012
Ο Θουκυδίδης είναι αυτός που το αφηγείται. Βρισκόμαστε στα 409 π.Χ. Η Αθήνα, επικεφαλής της ισχυρής Συμμαχίας της Δήλου, αντιμετωπίζει εδώ και μια εικοσαριά χρόνια την Πελοποννησιακή Συμμαχία που έχει σχηματιστεί γύρω από τη Σπάρτη. Αυτή η τελευταία ελέγχει πλέον τον Δήμο της Δεκέλειας, σε απόσταση 20 χλμ. από την πόλη, εμποδίζοντας την εκμετάλλευση των ορυχείων αργύρου του Λαυρίου, χάρη στα οποία μπορεί να κόβει νόμισμα η Αττική.
Μια δυνατότητα μένει για να συνεχιστούν οι μάχες. Ο Περικλής είχε αναφερθεί σ' αυτήν από την αρχή της σύγκρουσης: να πάρουν από τον θησαυρό των θεών - τα αναθήματα, τα ιερά αντικείμενα, ακόμη και τον χρυσό που ντύνει το άγαλμα της Αθηνάς και ζυγίζει όχι λιγότερο από 40 τάλαντα (δηλαδή το αντίστοιχο ενός τόνου αργύρου).
Η «παρακέντηση» αυτή έγινε στον θησαυρό, όμως ό,τι πήραν οι Αθηναίοι το επέστρεψαν παρά την ήττα του 404. Σύμφωνα με πολλές ενδείξεις, αυτό που έγινε δεν είχε τίποτε το εξαιρετικό: βάσει των λογαριασμών του ιερού της Δήλου, από το 314 ώς το 166 π.Χ. το ιερό χορηγούσε τακτικά δάνεια στην πόλη από την οποία εξαρτιόταν, τα οποία αποπληρώνονταν κανονικά, ακόμη κι αν στο μεταξύ συναπτόταν νέο δάνειο.
Η πόλη δανείζεται για να αγοράσει στάρι, να υψώσει οχυρωματικά έργα κατά των ετρούσκων πειρατών, να κάνει δώρα σε άλλες πόλεις ή σε φίλους βασιλείς κλπ. Ομως, μέχρι τουλάχιστον τον προηγούμενο αιώνα, η κύρια αιτία δημόσιου δανεισμού ήταν ο πόλεμος. Μια δραστηριότητα συνηθισμένη στον αρχαίο κόσμο, που επιτρέπει επίσης, αν όλα πάνε καλά, να πλουτίζει η κοινότητα χάρη στην επιβολή φόρων υποτέλειας. Για να χρηματοδοτηθεί ο πόλεμος, οι πόλεις προσφεύγουν σε έναν ειδικό έκτακτο φόρο επί των πολιτών.
Η πόλη υπολογίζει επίσης στη γενναιοδωρία των πλουσιοτέρων, η οποία ρυθμίστηκε κατά την κλασική περίοδο με το σύστημα των λειτουργιών. Ενας πλούσιος που κατοικεί στην πόλη, είτε είναι πολίτης είτε μέτοικος, αναλαμβάνει συνήθως εθελοντικά να χρηματοδοτεί την οργάνωση μιας τελετής, ένα γυμνάσιο, τη χορωδία ενός θεάτρου ή, όταν υπάρχει ανάγκη, τον εξοπλισμό και τη συντήρηση ενός πολεμικού πλοίου.
Ο δανεισμός από τα ιερά είναι προφανώς κάπως ιδιαίτερος. Δεν πρόκειται για μια απλή μεταφορά από ταμείο σε ταμείο, αλλά για τη δημιουργία πίστωσης που επιφέρει την καταβολή ενός τόκου - στην περίπτωση της Δήλου το επιτόκιο είχε οριστεί σε 10% ετησίως. Και η ηθική υποχρέωση της αποπληρωμής είναι ισχυρή, έστω κι αν οι δεσμοί ανάμεσα στον δανειζόμενο και τον δανειστή μπορεί να ευνοήσουν κάποιες στάσεις πληρωμών. Βρίσκει κανείς τέτοια παραθυράκια στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η πόλη ζητάει προκαταβολές από κάποιον από τους πλούσιους κατοίκους της. Το δάνειο μπορεί τότε εύκολα να μεταμορφωθεί σε δωρεά, πολύ περισσότερο όταν οι δωρεές είναι συχνές - σε σημείο που το όριο μεταξύ των δύο να μην είναι πάντα σαφές. Η δωρεά χρησιμεύει για να δηλώσεις πραγματική προσήλωση στο κοινό καλό αλλά και για να επεκτείνεις την κοινωνική και πολιτική επιρροή σου. Ετσι ο Περικλής θέσπισε τη δωρεάν είσοδο στα θέατρα και αποζημίωση για όλους τους πολίτες που μετείχαν στις συνελεύσεις κυρίως για να αντισταθμίσει την άνοδο του αρχηγού του αριστοκρατικού κόμματος, του Κίμωνα, που δώριζε αφειδώς στην πόλη. Στην ελληνιστική εποχή, οι μεγάλες δωρεές ονομάστηκαν ευεργεσίες και πήραν τη σκυτάλη από τις λειτουργίες. Σε περίοδο ανάγκης είναι λοιπόν φυσικό να στρέφεται κανείς προς εν δυνάμει δωρητές. Αυτό έκανε η Ρώμη δυο φορές στη διάρκεια των Καρχηδονιακών Πολέμων (264-201 π.Χ.). Οι πολίτες που πρόσφεραν χρήματα ζήτησαν να τους επιστραφούν σε περίπτωση νίκης, αλλά δεν απαίτησαν τόκους. Χάρη στη γενναιοδωρία των πολιτών της, η Ρώμη βλέπει τα δάνεια με πολύ κακό μάτι. Καταφεύγει σ' αυτά πολύ σπάνια και για έναν άλλο λόγο - διότι μπορεί να συγκεντρώνει από τα εκτεταμένα εδάφη της αρκετούς φόρους ώστε να εξασφαλίζει το οικονομικό ισοζύγιό της, τουλάχιστον ώς τους τελευταίους αιώνες πριν από την πτώση της. Οι ρωμαίοι ύπατοι είναι συνεπώς σε θέση να ανακαλούν στην τάξη τις ελληνικές πόλεις, οι οποίες έχουν την τάση να δανείζονται ολοένα και περισσότερο. Οι δεσμοί ανάμεσα στις πόλεις που δανείζονται και τα ιερά, τους πλούσιους πολίτες ή τους συμμάχους που τους δανείζουν είναι πολύ διαφορετικοί από αυτούς που υπάρχουν, για παράδειγμα, ανάμεσα στη σύγχρονη Ελλάδα και τους πιστωτές της. Η φύση του χρέους επίσης: ήταν προσωρινό και δεν μετατρεπόταν, αντίθετα απ' ό,τι θα συμβεί στη συνέχεια, σε δομικό χρέος των δημόσιων οικονομικών.
Αυτό δεν συμβαίνει, επειδή δεν υπάρχει πίστωση σε ιδιωτικό επίπεδο. Οι ελληνικές τράπεζες μπορούν να δανείζουν, κυρίως τους πλουσιότερους. Οι ναυτικές αποστολές οργανώνονται με πίστωση. Ομως, κυρίως οι φτωχοί και ιδιαίτερα οι χωρικοί είναι αυτοί που χρεώνονται με κίνδυνο να βρεθούν σκλάβοι των πιστωτών τους. Εδώ οφείλονται οι ταραχές μέχρι τις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα (640-558 π.Χ.), με τις οποίες απαγορεύτηκε να γίνονται δούλοι οι αθηναίοι πολίτες.
Η εξήγηση γι' αυτή την αρχαία οικονομική σοφία πρέπει να αναζητηθεί στη αντίληψη για το κράτος, που χαρακτηρίζεται από τους στενούς δεσμούς του με τους πολίτες. Δεν αποτελεί εξαίρεση: την ξαναβρίσκουμε στην Κίνα και την Ιαπωνία. Δείχνει πως ο δημόσιος δανεισμός δεν έχει τίποτε το μοιραίο, έστω κι αν το γεγονός ότι διαθέτει κανείς εκτεταμένα εδάφη που δημιουργούν σημαντικά εισοδήματα φαίνεται ότι καθιστά τα πράγματα ευκολότερα. Σε κάθε περίπτωση, ένα πράγμα είναι σαφές: νέοι και πιο επινοητικοί τρόποι για την εξεύρεση πόρων για το κράτος θα εμφανιστούν στην κατατεμαχισμένη, καβγατζίδικη και χρηματοπιστωτικά τολμηρή Ιταλία στο τέλος του Μεσαίωνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου