Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

Ευρώ, η τελευταία ουτοπία της Ευρώπης


Γιάννης Ν. Μπασκόζος  ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ‘’ TO ΒΗΜΑ’’  :  03/06/2012,

Ένα από τα δεκάδες γλυπτά ύψους 1.50 μ που απεικόνιζαν το νέο νόμισμα και είχαν στηθεί τον Αύγουστο του 2000σε διάφορα σημεία της «Πόλης  του Ευρώ» Φραγκφούρτης. Δύο χρόνια αργότερα το ευρώ θα γινόταν το νόμισμα όλων των χωρών της ευρωζώνης.


Ο γάλλος καθηγητής Οικονομικών και σύμβουλος γαλλικών κυβερνήσεων Ζαν Πιζανί-Φερί ακτινογραφεί τον μεγάλο ασθενή που είναι το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, παρουσιάζει τα σενάρια εξόδου από την κρίση και αξιολογεί τις πιθανότητες επιτυχίας τους
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιούργησε το ευρώ και περίπου για μια δεκαετία, από το 1999 ως το 2008, το νόμισμα έμοιαζε χωρίς προβλήματα, σχεδόν «είχε γίνει βαρετό», όπως γράφει ο Ζαν Πιζανί-Φερί. Ο πληθωρισμός ήταν ανύπαρκτος και τα επιτόκια χαμηλά. Άπαντες πίστευαν ότι η οικονομική ζωή θα συνεχιζόταν ως ευθεία γραμμή. Όμως οι υπόγειες εντάσεις συσσωρεύονταν, λέει ο γάλλος καθηγητής Οικονομικών στο βιβλίο του: « Η αφύπνιση των δαιμόνων, η κρίση του ευρώ και πώς να βγούμε από αυτήν» (Εκδόσεις Πόλις), για να γίνουν δαίμονες που άρχισαν να σκορπούν εφιάλτες στην Ευρώπη.
Η ΕΕ, η Επιτροπή, το Eurogroup αλλά και το ΔΝΤ, ενώ θα έπρεπε να είχαν σημάνει συναγερμό, δεν είχαν καν μηχανισμούς για να αντιμετωπίσουν κάποια κρίση. Η ελληνική περίπτωση από μόνη της ήταν, κατά τον συγγραφέα, ήσσονος σημασίας, αλλά αποκάλυψε με ωμό τρόπο τον ανολοκλήρωτο χαρακτήρα της ευρωπαϊκής νομισματικής ενοποίησης και την έκταση των διαφωνιών για τον τρόπο με τον οποίον εκείνη έπρεπε να ολοκληρωθεί.
Ο Ζαν Πιζανί σε αυτή τη μελέτη του - παραγγέλθηκε ως εναρκτήρια ομιλία από το Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ στην ετήσια συνέλευσή του - παραθέτει αναλυτικά το πώς φθάσαμε στη σημερινή κρίση και ποια είναι τα βασικά ερωτήματα που τίθενται σήμερα για την ΕΕ, παραθέτοντας και κάποια συμπεράσματα και προτάσεις.
Κατά τον Πιζανί το ευρώ ήταν «η τελευταία ουτοπία μιας εποχής, του τέλους του 20ού αιώνα, η οποία διακήρυσσε ότι είχε θεραπευτεί από τις ουτοπίες». Η ουτοπία έγκειτο στο ότι πολλοί πίστευαν πως εύκολα, μέσω της νομισματικής ενοποίησης, θα οδηγούμασταν στις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης ή, τέλος πάντων, σε κάτι ανάλογο των ΗΠΑ. Ωστόσο οι διορθωτικοί μηχανισμοί στις ΗΠΑ λειτουργούν, ενώ στην Ευρώπη είναι ανίσχυροι. Οι τράπεζες αποτελούν ένα βαρίδι καθώς έμαθαν «να ζουν ως παγκόσμιες ή ευρωπαϊκές και να πεθαίνουν ως εθνικές». Κυρίως, οι Ευρωπαίοι δεν είχαν μηχανισμούς να αποτρέψουν μια κρίση επειδή δεν συμφωνούν από πριν για τα μέτρα που πρέπει να λάβουν.
Παράδειγμα η Ελλάδα
Ο Πιζανί μελετά την περίπτωση της εξόδου μιας χώρας από το ευρώ και φέρνει ως παράδειγμα την Ελλάδα. Για τον συγγραφέα, αυτό είναι πολύ δύσκολο για τέσσερις βασικούς λόγους. Ο πρώτος είναι νομικός: δεν προβλέπεται από την ευρωπαϊκή συνθήκη καμία διάταξη αποπομπής χώρας-μέλους από την ευρωζώνη. Ο δεύτερος λόγος είναι τεχνικός, όχι τόσο σημαντικός αλλά όχι και αμελητέος: η αποχώρηση θα απαιτούσε πολυετή προετοιμασία, προσαρμογή των πληροφορικών συστημάτων κ.τ.λ.
Ο τρίτος και πολύ βασικός λόγος είναι ο οικονομικός: την αξία του νέου νομίσματος θα την καθόριζαν οι αγορές, κάτι που θα το υποτιμούσε περισσότερο από όσο αναμένεται και θα βύθιζε για ένα μεγάλο διάστημα την οικονομία της χώρας. Τέλος, ο τέταρτος και σοβαρότερος λόγος είναι χρηματοοικονομικού χαρακτήρα: τα περιουσιακά στοιχεία και τα χρέη των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων και του κράτους που αποτιμώνται σήμερα σε ευρώ θα έπρεπε να μετατραπούν στο νέο νόμισμα, οπότε κάποιοι λίγοι θα κέρδιζαν, αλλά οι πολλοί θα χρεοκοπούσαν αυτομάτως. «Θα ήταν σαν να μπαίνουν βιαίως σε κλήρο ο πλούτος και η καταστροφή» σχολιάζει ο Πιζανί. Ο συνδυασμός αυτών των λόγων θα οδηγούσε σε μια γενικευμένη χρεοκοπία του κράτους, των επιχειρήσεων και των τραπεζών.
Λιτότητα και αλληλεγγύη
Ο Ζαν Πιζανί-Φερί εξετάζει μια σειρά από λύσεις που θα μπορούσαν να βγάλουν την ΕΕ από την κρίση. Δυστυχώς όλες οι προτάσεις του είναι επισφαλείς - το παραδέχεται και ο ίδιος - καθώς απαιτούν πολλές προϋποθέσεις για την επιτυχία τους. Τα ερωτήματα που αντιμετωπίζουν οι Ευρωπαίοι συμπυκνώνονται, κατά τον συγγραφέα, σε τρία ζητήματα: ποιες είναι οι αρχές πάνω στις οποίες θα στηριχτούν για να επιλύσουν την κρίση χρέους, πώς θα διαμορφωθεί η πολιτική οργάνωση της ευρωζώνης και πώς θα γίνει η ανάκαμψη της Νότιας Ευρώπης.
Οι διαφαινόμενες λύσεις μπορεί να στηριχτούν στη λιτότητα, στην ενίσχυση των τραπεζών ή στην αλληλεγγύη ανάμεσα στα κράτη της ευρωζώνης. Η λιτότητα δεν συνιστάται, διότι μακροπρόθεσμα δεν αποδίδει. Το δυνάμωμα των τραπεζών θα έπρεπε να γίνει, όμως, με την οικειοθελή αποκόλληση των κρατών από αυτά - τίποτε όμως δεν δείχνει ότι τα ίδια τα κράτη το επιθυμούν. Τέλος, η λύση με τις καλύτερες προϋποθέσεις είναι η αλληλεγγύη των κρατών της ευρωζώνης.
Στο πλαίσιο αυτό η έκδοση ευρωομολόγων (σε διάφορες ζώνες, ανάλογα με το ύψος του χρέους κάθε χώρας) θα ήταν μια κάποια λύση. Ομως κάτι τέτοιο θα απαιτούσε έναν μηχανισμό που θα είχε στόχο να προλαμβάνει τα γεγονότα. Αυτό σημαίνει ότι η έκδοση τίτλων και το μελλοντικό ισοζύγιο των δημοσίων οικονομικών θα πρέπει να παραμείνουν οι μόνοι τομείς όπου θα μπορεί να παρεμβαίνει η ευρωζώνη, αμφισβητώντας τις αποφάσεις των κοινοβουλίων. Δηλαδή η έκδοση ευρωομολόγων δεν νοείται σε μόνιμη βάση χωρίς μια μορφή πολιτικής ένωσης, κάτι που προϋποθέτει ασφαλώς μια νέα συνθήκη μεταξύ των μελών της ευρωζώνης.
Τέλος, η αποκατάσταση της οικονομίας της Νότιας Ευρώπης χρειάζεται να γίνει με αναπροσαρμογή των σχεδίων ανάπτυξης. Η επιστροφή στο παρελθόν δεν έχει κανένα νόημα.
Τα κράτη της Βόρειας Ευρώπης πρέπει να βοηθήσουν τα κράτη της Νότιας να αναπροσαρμόσουν τις οικονομικές αναπτυξιακές πολιτικές τους. Ο Πιζανί πιστεύει ότι, αν δεν αποκατασταθεί η εσωτερική ισορροπία στην ευρωζώνη, χωρίς επενδύσεις και θέσεις εργασίας στη Νότια Ευρώπη, η νομισματική ένωση δεν θα επιβιώσει με τη σημερινή της μορφή.
Η λύση ένα νέο συμβόλαιο
O Ζαν Πιζανί-Φερί προτείνει μια προωθημένη οικονομική ενοποίηση που θα επιλύει τις αποκλίσεις, το τέλος της στρεβλής αλληλεπίδρασης ανάμεσα στις τράπεζες και στα κράτη, έτσι ώστε να επικρατήσει ένας τραπεζικός και χρηματοπιστωτικός φεντεραλισμός, καθώς και τη δημιουργία ενός νέου συμβολαίου, μιας πολιτικής ένωσης ανάμεσα στα ευρωπαϊκά κράτη, που θα στηρίζεται στις αρχές της αλληλεγγύης και της ευθύνης.
Φυσικά είναι αμφίβολο αν η Γερμανία θα θελήσει να προχωρήσει σε ένα τέτοιο φιλόδοξο σχέδιο. Από την άλλη, ούτε η Γαλλία είναι έτοιμη να το δεχτεί, αφού έχει ήδη απορρίψει το σχέδιο του Ευρωπαϊκού Συντάγματος. Μπορούν άραγε αυτές οι δύο χώρες να υπερβούν τις εθνικές προκαταλήψεις τους και να σκεφτούν ευρωπαϊκά; Είναι το κύριο ερώτημα που κατά τον συγγραφέα καλούνται να απαντήσουν

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου