Σάββατο, 12 Μαΐου 2012

Ο ρόλος της μητέρας μέσα από την αρχαιότητα (Ύμνοι και εγκώμια για την αυριανή γιορτή της)

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΔΕΜΟΥ

Είναι γνωστό ότι η δεύτερη Κυριακή του Μαΐου καθιερώθηκε ως ημέρα της μητέρας. Ο εορτασμός αυτός καθιερώθηκε επίσημα στη χώρα μας από το 1928, όταν για πρώτη φορά η τότε πρόεδρος του Λυκείου Ελληνίδων Άννα Τριανταφυλλίδου έριξε την ιδέα. Έτσι, από τότε κάθε χρόνο δίνεται η ευκαιρία να ακουστούν ύμνοι και εγκώμια για την μητέρα το ιερότερο πρόσωπο κάθε ανθρώπου, όπου γης. Φυσικά, κάθε άνθρωπος πρέπει να τιμά και να σέβεται τη μητέρα του και να εκδηλώνει την αγάπη, την τιμή και τον σεβασμό του σ’ αυτήν κάθε μέρα και ώρα. Αλλά και ο επίσημος εορτασμός μία ημέρα το χρόνο έχει και αυτός το σκοπό του. Να υπενθυμίσει κάποια πράγματα.
Για μας τους Έλληνες όλα ξεκίνησαν πολύ νωρίτερα από όσο στους άλλους λαούς. Μπορούμε να πάρουμε διδάγματα από τους αρχαίους Έλληνες σοφούς όλων των εποχών. Ένας από αυτούς είναι ο μεγαλύτερος επικός ποιητής όλων των αιώνων Όμηρος. Ο Όμηρος αναφέρει πολλά για τη θεά – μητέρα Θέτιδα, αφού ήταν μητέρα ενός από τους κορυφαίους ηγέτες του τρωικού πολέμου, του Αχιλλέα. Θεά αυτή παντρεύτηκε τον θνητό βασιλιά της Φθίας Πηλέα. Επομένως και ο γιος του Αχιλλέας ήταν θνητός. Μάλιστα η Ειμαρμένη είχε προδιαγράψει το μέλλον του. Θα πέθαινε νέος.
Έτσι, η Θέτιδα αποφάσισε να κάμει αθάνατο το γιο της. Μεταχειρίστηκε πολλά μέσα, αλλά δεν το κατόρθωσε. Τελικά τον «εβάπτισε» στα ύδατα της Στυγός, όπου οι θεοί έδιναν τους φοβερούς όρκους τους. Ενώ όμως όλο το σώμα του βράχτηκε στα ύδατα «έμεινε σ’ αυτόν θνητό το άβρεχτο μέρος του σώματος από το οποίο τον κρατούσε η Θέτιδα». Ήταν η φτέρνα (η αχίλλειος πτέρνα).
Σαν μάνα δεν ήθελε να πάει ο γιος της στην Τροία, για να μη πεθάνει νέος. Γι’ αυτό τον έκρυψε στο παλάτι του Λυκομήδη βασιλιά στο νησί Σκύρο. Τον έντυσε μάλιστα με γυναικεία ρούχα. Τον ανακάλυψε, όμως, ο πολυμήχανος Οδυσσέας...
Η θεά – μητέρα Θέτιδα δεν έπαψε ούτε στιγμή να παρακολουθεί με άγρυπνο βλέμμα τον μονάκριβο γιο της Αχιλλέα στο στρατόπεδο των Αχαιών, έξω από τα τείχη της Τροίας. Έτσι, ο Όμηρος μας πληροφορεί στην Ιλιάδα Α352, ότι ο Αχιλλέας, όταν προσβλήθηκε από τον Αγαμέμνονα, επικαλέστηκε τη μητέρα του λέγοντας: «Μάνα, αφού με γέννησες για να είμαι ολιγόζωος, ο Ολύμπιος Ζευς, που στα ψηλά βροντά, τιμή με κάθε τρόπο έπρεπε να μου δώσει τώρα δε ούτε τόσο δα δεν με ετίμησε. Βέβαια ο γιος του Αντρέα, ο μεγαλοκράτορας βασιλιάς Αγαμέμνων, με εξευτέλισε...».
Όταν η Θέτιδα άκουσε, ένοιωσε την φωνή του γιου της που του πελάγους τα κύματα είχαν φέρει, σαν καταχνιά ξεπρόβαλε από την ασπριδερή θάλασσα. «Παιδί μου γιατί κλαις; Ποια θλίψη την ψυχή σου παραδέρνει. Μίλησε φανερά και μέσ’ στον νου σου μην το κρύβεις, για να το μάθωμε και οι δύο (Ιλιάδα Α362).
Ο Αχιλλέας της μίλησε για την αδικία και την προσβολή που του έγινε από τους Αχαιούς και την παρακαλεί να ζητήσει από τον Δία να τον βοηθήσει. Τον βοήθησε και εδώ. Ακολουθεί ο θάνατος του φίλου του Πατρόκλου, τον οποίο εσκότωσε ο Έκτορας σε μονομαχία. Η Θέτιδα τρέχει ξανά στο γιο της. Θρήνησε φοβερά και η ίδια για το θάνατο του φίλου του γιου της. Ο Αχιλλέας ορκίζεται να εκδικηθεί τον θάνατο του Πατρόκλου. Επιπλέον ο Έκτορας πήρε τα όπλα του Αχιλλέα, που έφερε ο Πάτροκλος. Παρακαλεί την μητέρα του να πάει στον Ήφαιστο, για να φτιάξει νέα όπλα. Εδώ έχομε την κατασκευή της γνωστής ασπίδας του Αχιλλεά, όπως την περιγράφει ο Όμηρος στην Ιλιάδα Σ, 447-610.
Με λίγα λόγια η Θέτιδα, αν και θεά, τρέχει κάθε στιγμή να βοηθήσει το γιο της, όπως θα έκανε μία οποιαδήποτε μητέρα.
Στην Οδύσσεια στην Ραψωδεία Λ (Νέκυια) ο Όμηρος παρουσιάζει τον Οδυσσέα να κατεβαίνει στον Άδη με εντολή της Κίρκης για να συναντήσει το μάντη Τειρεσία και να τον ρωτήσει για τη σωτηρία του ίδιου και των συντρόφων του. Εδώ ο Όμηρος τοποθετεί μια από τις θαυμαστότερες και τις συγκινητικότερες συναντήσεις που αναφέρονται στον παγκόσμιο ποιητικό λόγο, την συνάντηση του περιπλανωμένου Οδυσσέα με την Αντίκλεια την οπτασία της μητέρας του, που πέθανε στη διάρκεια που αυτός βρισκότανε στην Τροία.
Τα μάτια του δάκρυσαν στο αντίκρυσμα της μητέρας του, η καρδιά του χτυπά δυνατά. Και αμέσως, ύστερα από τις θυσίες, που γινότανε σ’ αυτές τις περιπτώσεις, αρχίζει μεταξύ μητέρας και γιου ο περίφημος διάλογος.
Εκείνη τον ρωτά πως βρέθηκε ζωντανός μέσα στα μαύρα σκοτάδια. Εκείνος της ζητά πληροφορίες για την ίδια (πώς πέθανε), για τον γέρο Λαέρτη τον πατέρα του (πώς ζει), για το γιο του που άφησε παιδί στην Ιθάκη, τον Τηλέμαχο, για τη γυναίκα του την Πηνελόπη, αν κυβερνά ακόμη το σπίτι ή αν παντρεύτηκε κανέναν άλλον άρχοντα του νησιού;
Η μητέρα του Οδυσσέα απαντάει σε όλα του τα ερωτήματα. Για το δικό της θάνατο προσθέτει ότι ούτε η Άρτεμις την χτύπησε με τα βέλη της, ούτε καμιά αρρώστεια βαρειά την πήρε στον άλλο κόσμο. Αλλά ο καημός ο δικός του, η πίκρα που της άφησε, οι στενοχώριες που ένοιωθε περιμένοντας τόσον καιρό το καλόγνωμο παιδί της, όλα αυτά την πήραν από τη γλυκειά ζωή.
Έτσι του μίλησε η πεθαμένη μητέρα του και ο Οδυσσέας καθώς την άκουγε, αισθανόταν να μεγαλώνει μέσα του η επιθυμία να τρέξει κοντά της. Τρεις φορές ρίχτηκε ο Οδυσσέας για να την αγκαλιάσει και τις τρεις φορές του ξέφυγε, σαν τον ίσκιο, σαν να ήταν όνειρο...
Με αυτή την προϊστορική αναδρομή αποδεικνύεται σε ποιο βάθος προβάλλεται από την ανθρώπινη ζωή η φιγούρα της μητέρας. Αυτό της δίνει έναν τόνο ιερότητας και παγκοσμιότητας μαζί. Αυτό την κάνει αξία απόλυτη, παραπάνω από τις άλλες ανθρώπινες διακρίσεις και τοποθετήσεις. Η μητρική ιδιότητα βρίσκεται πάνω από ιθαγένειες, από λαούς, από φυλές και κοινωνικές τάξεις...
Μία κάπως ξεχωριστή είναι η περίπτωση της Νιόβης. Η μυθολογία αναφέρει ότι η Νιόβη ήταν κόρη του Ταντάλου και σύζυγος του Αμφίονα, βασιλιά της Θήβας. Από τον Όμηρο αναφέρεται ως ευτυχής βασίλισσα, γιατί είχε 7 γιους και 7 θυγατέρες. Ανέθρεψε 14 ωραιότατα τέκνα. Αλλά υπερηφανεύτηκε πολύ και είπε ότι ήταν ανώτερη από την Λητώ που γέννησε μόνο δύο παιδιά, τον Απόλλωνα και την Άρτεμη.
Η Λητώ και τα παιδιά της εξοργίστηκαν. Γι’ αυτό με το τόξο φόνευσαν όλα τα παιδιά της Νιόβης. Έμειναν δε άταφα επί 9 ημέρες, διότι ο Δίας απολίθωνε όσους επιχειρούσαν να τα θάψουν. Την 10η ημέρα οι θεοί περισυνέλεξαν και έθαψαν αυτά. Η Νιόβη από τη φρίκη έμεινε άλαλη και ακίνητη σαν να απολιθώθηκε. Μια θύελλα την άρπαξε και κλαίοντας την μετέφερε στη Φρυγία (Μ. Ασία). Εκεί την άφησε επάνω στο όρος Σίπυλον, όπου και παραμένει ακόμη χύνοντας δάκρυα. Επάνω στο όρος Σίπυλον ένας βράχος παρουσιάζει την μορφή μιας γυναίκας, που κλαίει, όπως λένε στους επισκέπτες της περιοχής: Αυτή είναι η Νιόβη.
Τον μύθο εκμεταλλεύτηκε ο λατίνος ποιητής Οράτιος στο έργο του «Μεταμορφώσεις». Είναι ποίημα διδακτικής ποιήσεων και διαιρείται σε 15 βιβλία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου